Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΖΗΝΟΒΙΑ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΑΛΜΥΡΑΣ

Η Παλμύρα υπήρξε κατά την αρχαιότητα σημαντική πόλη της κεντρικής Συρίας, κτισμένη σε μία όαση 215 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Δαμασκού και 120 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Ευφράτη. Για αιώνες ήταν ζωτικός σταθμός για τα καραβάνια που διέσχιζαν τη Συριακή έρημο και ήταν γνωστή ως η «Νύμφη της Ερήμου». Το ελληνικό όνομα «Παλμύρα» αποτελεί μετάφραση του αρχικού αραμαϊκού ονόματος Tadmor, που σημαίνει «φοινίκια πόλη». Η σύγχρονη κωμόπολη, δίπλα στα αρχαία ερείπια ονομάζεται και πάλι Tadmor. Η οικονομία της εξαρτάται από τον τουρισμό. Στη Βίβλο αναφέρεται ως Ταμάρ ή Θεδμόρ ή Θοεδμόρ ενώ στα αραμαϊκά Ταδμόρ ή Ταμμόρ και που λέγεται πως έκτισε ο Βασιλιάς Σολομών ως πόλη σταθμό των καραβανιών μεταξύ Συρίας και Μεσοποταμίας.

Ιστορία[Επεξεργασία]


Αρχαιότητες στην Παλμύρα.

Οι απαρχές[Επεξεργασία]

Η Παλμύρα έμεινε ονομαστή για τον πλούτο της κατά τη ρωμαϊκή εποχή, οπότε βασίλευσε και η θρυλική βασίλισσά της Ζηνοβία. Ωστόσο, μνημονεύεται για πρώτη φορά τη 2η χιλιετία π.Χ.. Τότε ήταν ένας ακόμα κόμβος στο εκτεταμένο εμπορικό δίκτυο που ένωνε τη Μεσοποταμία με τη βόρειο Συρία.
Το Tadmor μνημονεύεται στη Βίβλο (Β΄ Χρονικών 8:4) ως μια πόλη της ερήμου που οχυρώθηκε από τον Σολομώντα. Επίσης, από τον Ιώσηπο, ως κτισμένη από τον Σολομώντα (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία - Βιβλίο VIII), μαζί με το ελληνικό όνομα Παλμύρα. (Tadmor είναι το όνομα της Παλμύρας και στη σύγχρονη εβραϊκή γλώσσα).
Για τη πόλη αυτή, πριν τη Ρωμαϊκή περίοδο, υπάρχει επίσης η είδηση εκ παραδόσεως ότι είχε καταστραφεί από τον Βασιλιά των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορα

Ελληνορωμαϊκή και περσική περίοδος[Επεξεργασία]


Θεότητες που λατρεύονταν στην Παλμύρα. Από αριστερά: ο σεληνιακός θεός Aglibol, ο υπέρτατος θεός Beelshamen και ο ηλιακός θεός Malakbel. 1ος αι. μ.Χ., Μουσείο του Λούβρου.
Με την επικράτηση των Σελευκιδών στη Συρία το 323 π.Χ., η Παλμύρα έγινε ανεξάρτητη. Η πόλη άκμασε ως σταθμός των καραβανιών κυρίως τον 1ο αιώνα π.Χ. Το 41 π.Χ. οι Ρωμαίοι υπό τον Μάρκο Αντώνιο προσπάθησαν να την καταλάβουν, αλλά απέτυχαν, καθώς οι κάτοικοι διέφυγαν στην απέναντι όχθη του Ευφράτη έχοντας πληροφορηθεί εγκαίρως τον ερχομό του εχθρού. Το γεγονός δείχνει ότι ακόμα και τότε η Παλμύρα διατηρούσε τον χαρακτήρα νομαδικού οικισμού και όλα τα αγαθά μπορούσαν να μετακινηθούν σε λίγες ώρες.
Οι Terry Jones και Alan Ereira στο βιβλίο τους «Οι Βάρβαροι» σημειώνουν ότι οι έμποροι της Παλμύρας ήταν ιδιοκτήτες πλοίων στα ιταλικά νερά και έλεγχαν το εμπόριο του μεταξιού από την Ινδία: «Η Παλμύρα έγινε έτσι μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Μέσης Ανατολής... ...Οι κάτοικοί της είχαν καταφέρει ένα πραγματικά μεγάλο κατόρθωμα - ήταν οι μόνοι που κατάφεραν να ζουν δίπλα στους Ρωμαίους χωρίς να εκρωμαϊσθούν. Απλώς προσποιούνταν ότι ήταν Ρωμαίοι.»
Η Παλμύρα έγινε τμήμα της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Συρίας κατά τη βασιλεία του Τιβερίου (1437). Συνέχισε όμως να αναπτύσσεται σταθερά ως σημαντικός εμπορικός σταθμός, που τώρα πια συνέδεε την Περσία, την Ινδία και την Κίνα με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 129 ο Αδριανός επισκέφθηκε την πόλη και γοητεύτηκε τόσο πολύ, ώστε την ανακήρυξε «ελεύθερη πόλη» και τη μετονόμασε σε Palmyra Hadriana.
Από το 212 το εμπόριο δια της Παλμύρας μειώθηκε, καθώς οι Σασσανίδες κατέλαβαν το στόμιο του Τίγρη και του Ευφράτη. Ο Οδαίναθος, πρίγκηπας της Παλμύρας, διορίσθηκε από τον Βαλεριανό κυβερνήτης της Επαρχίας της Συρίας. Μετά την αιχμαλώτιση του Βαλεριανού από τους Σασσανίδες και τον θάνατό του σε αιχμαλωσία στη Bishapur, ο Οδαίναθος εξεστράτευσε μέχρι την Κτησιφώντα (κοντά στη σημερινή Βαγδάτη) για εκδίκηση, εισβάλλοντας στην πόλη δύο φορές. Ο Οδαίναθος δολοφονήθηκε από τον ανιψιό του Maconius, οπότε η σύζυγος του Οδαινάθου, η Σεπτιμία Ζηνοβία ανέβηκε στην εξουσία, κυβερνώντας την Παλμύρα και για λογαριασμό του γιου της Vabalathus. Η Ζηνοβία επαναστάτησε εναντίον των Ρωμαίων με τη βοήθεια του Λογγίνου και κατέλαβε την Μπόσρα και εκτάσεις μέχρι την Αίγυπτο. Στη συνέχεια επεχείρησε να κατακτήσει την Αντιόχεια προς το βορρά. Το 272 ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Αυρηλιανός τελικά αντεπιτέθηκε και την μετέφερε αιχμάλωτη στη Ρώμη.
Η επανάσταση της Ζηνοβίας αναστάτωσε τη Ρώμη κι έτσι η Παλμύρα υποχρεώθηκε από την Αυτοκρατορία να γίνει στρατιωτική βάση για τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Διοκλητιανός την επεξέτεινε έτσι ώστε να χωρά ακόμα περισσότερο στρατό και την περιτείχισε για να την προστατεύσει από την απειλή των Σασσανιδών. Η Βυζαντινή περίοδος προσέθεσε μόνο λίγες εκκλησίες και η πόλη παρήκμασε.

Ισλαμική περίοδος[Επεξεργασία]

Η πόλη καταλήφθηκε από τους μουσουλμάνους Άραβες του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ. Τον 6ο αιώνα, το κάστρο Φαχρεντίν ανεγέρθηκε στην κορυφή ενός βουνού πάνω από την όαση. Το κάστρο περιβαλλόταν από τάφρο. Η πόλη της Παλμύρας διατηρήθηκε ως είχε, αλλά καταστράφηκε από ισχυρό σεισμό το 1089.

Ταφική τέχνη[Επεξεργασία]


Προτομή γυναίκας από τα μέσα του 2ου αιώνα. Βρετανικό Μουσείο.
Οι καλλιτέχνες της Παλμύρας κατασκεύασαν σειρά μεγάλων ταφικών μνημείων. Αυτές οι κατασκευές, κάποιες από τις οποίες ήταν υπόγειες, είχαν εσωτερικούς τοίχους με σκαμμένα ή ανοιγμένα ταφικά διαμερίσματα όπου τοποθετούνταν οι νεκροί. Πλάκες από ασβεστόλιθο με προτομές (σε ρωμαϊκή ή Πάρθια-περσική τεχνοτροπία) σε έντονο ανάγλυφο σφράγιζαν τα ορθογώνια ανοίγματα των ταφικών αυτών διαμερισμάτων. Τα ανάγλυφα αναπαριστούσαν την «προσωπικότητα» ή την ψυχή του νεκρού και αποτελούσαν μέρος της διακοσμήσεως των τοίχων μέσα στον ταφικό θάλαμο. Μια σκηνή από δεξίωση αναπαριστώμενη σε τέτοιο ανάγλυφο θα αντιστοιχούσε σε οικογενειακό τάφο και όχι ατομικό.

Σημαντικότερα μνημεία

Τα λαμπρότερα από τα σωζόμενα ερείπια της Παλμύρας είναι εκείνα του Ναού του Ηλίου, οι τετράγωνοι επιτάφιοι πύργοι 3-5 ορόφων, το ρωμαϊκό θέατρο καθώς και τα θεμέλια των οδών και των κατοικιών. Σημαντικές επίσης είναι και οι ανευρεθείσες δίγλωσσες επιγραφές της Παλμύρας (στην ελληνική και παλμυρική διάλεκτο), μία στην εβραϊκή και 2 στη λατινική.

Τελευταίες ανασκαφές

Ομάδες αρχαιολόγων από διάφορες χώρες εργάζονται κατά διαστήματα σε διαφορετικά μέρη του αρχαιολογικού χώρου της Παλμύρας, από το 1924. Τον Μάιο του 2005, μια πολωνική ομάδα που ανέσκαπτε το ναό της Lat ανακάλυψε ένα υψηλής λεπτομέρειας πέτρινο άγαλμα της φτερωτής θεάς της νίκης (βλ. Νίκη).Ζηνοβία

   
 
 
Η Ζηνοβία ήταν βασίλισσα της Παλμύρας (αραβικά: Ταντμόρ), ρωμαϊκής αποικίας στη σημερινή Συρία, που βασίλευσε από το 267 ή 268 μέχρι το 272 μ.Χ. Πέθανε περίπου το 275 μ.Χ. Το πλήρες όνομά της είναι Σεπτιμία Ζηνοβία (αραμαϊκά: Znwoya Bat Zabbai).

Ζωή και δράση

Γεννημένη στην Παλμύρα, η Ζηνοβία ήταν μια μελαχρινή γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, σαγηνευτική, ευφυής, θαρραλέα και υπέρμετρα φιλόδοξη, ένα πλάσμα ακαταμάχητα χαρισματικό. 'Ηταν μία από τις πιο μορφωμένες και γλωσσομαθείς γυναίκες της εποχής της - μιλούσε ελληνικά, λατινικά, αραμαϊκά, αιγυπτιακά και τις τοπικές διαλέκτους. Ήταν επιρρεπής στις απολαύσεις των αισθήσεων, αγαπούσε το θέατρο και παρακολουθούσε τα θεάματα στο ελληνικό θέατρο της πόλης.
Η Ζηνοβία ονειρευόταν να κάνει την πρωτεύουσά της Παλμύρα όχι μόνο εμπορικό, αλλά και πνευματικό κέντρο. Στη διάρκεια της πεντάχρονης βασιλείας της (267 - 272 μ.Χ.), κατόρθωσε να μετατρέψει την υποτελή στη Ρώμη πολιτεία της σε ανεξάρτητο βασίλειο και την Παλμύρα ως μία από τις πλουσιότερες πόλεις της Ανατολής.
Ο σύζυγος της Ζηνοβίας Οδαίναθος, κυβερνήτης της Παλμύρας και υποτελής στη Ρώμη, όπως και ο πρεσβύτερος γιος και διάδοχός του Ηρωδιανός, δολοφονήθηκαν το 267 ή 268 μ.Χ. και η χήρα του Ζηνοβία ανέλαβε την αντιβασιλεία για λογαριασμό του νεαρού γιου της Ουαμπαλάτ, που ονομαζόταν στα ελληνικά Αθηνόδωρος.
Η Ζηνοβία, η οποία ισχυριζόταν ότι είχε την καταγωγή της από την Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, κατέστησε τον εαυτό της βασίλισσα της Παλμύρας, παίρνοντας από μόνη της τον τίτλο της Αυγούστας. Αντίθετα με το δολοφονημένο σύζυγό της Οδαίναθο, η Ζηνοβία δεν ανεχόταν να παραμένει υποτελής στους Ρωμαίους. Το 269 μ.Χ. ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων, κατέλαβε πρώτα ολόκληρη τη Συρία και την Παλαιστίνη και στη συνέχεια την Αίγυπτο, κατόπιν κατέκτησε πολλές από τις ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολίας και ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από τη Ρώμη.
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αυρηλιανός εξεστράτευσε εναντίον της Ζηνοβίας, νίκησε το 272 το στρατό της στην Αντιόχεια και στην Έμεσα (Συρία) και πολιόρκησε την Παλμύρα.
Η Ζηνοβία και ο γιος της Ουαμπαλάτ προσπάθησαν να διαφύγουν από την πόλη, αιχμαλωτίστηκαν όμως κοντά στον ποταμό Ευφράτη και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη το 272 μ.Χ. Κατά τη θριαμβευτική πομπή που έκανε ο Αυρηλιανός στη Ρώμη, η Ζηνοβία στολισμένη, κατά διαταγή του αυτοκράτορα, με τους πολύτιμους λίθους της και όλα τα κοσμήματά της, σύρθηκε δεμένη με χρυσές αλυσίδες πίσω από το άρμα του.
Εντυπωσιασμένος όμως ο Αυρηλιανός από την εκθαμβωτική ομορφιά της Ζηνοβίας, αλλά και το θάρρος της να ορθώσει το ανάστημά της κατά της Αυτοκρατορίας της Ρώμης, πρόσφερε σ’ αυτή την ελευθερία της. Στη Ρώμη, η έκπτωτη «βασίλισσα της ερήμου» παντρεύτηκε ένα Ρωμαίο συγκλητικό και πέρασε την υπόλοιπη ζωή της μέσα σε ανέσεις και πολυτέλεια στη ρωμαϊκή έπαυλή του κοντά στο σημερινό Τίβολι της Ιταλίας.

H Ζηνοβία στην τέχνη

Η ιστορία της θρυλικής βασίλισσας Ζηνοβίας έχει εμπνεύσει συνθέτες της όπερας, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ο βενετσιάνος ζωγράφος του 18ου αιώνα Τζιοβάννι Μπαττίστα Τιέπολο (1696 – 1770) φιλοτέχνησε το «Θρίαμβο του Αυρηλιανού ή η βασίλισσα Ζηνοβία ενώπιον του Αυρηλιανού» (1717), που βρίσκεται στο Μουσείο ντελ Πράδο της Μαδρίτης.
Και ο Αγγλο-γερμανός ζωγράφος Χέρμπερτ Σμαλτς (1857 – 1935) έχει φιλοτεχνήσει τη «Βασίλισσα Ζηνοβία να ατενίζει για τελευταία φορά την Παλμύρα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου